Τον περασμένο Γενάρη, μετά τη νικηφόρα έκβαση του προεκλογικού αγώνα, μετά τη κατάκτηση του στόχου μας για Ελληνική Κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά, όλοι μας – κομματικά μέλη, στελέχη, βουλευτές και Κυβέρνηση – επωμισθήκαμε σοβαρές ευθύνες. Σε διαφορετικούς βαθμούς, ανάλογα τους ρόλους.

Τις τελευταίες μέρες, τόσο η επίγνωση του τρόπου με τον οποίον κατέληξε αυτή η φάση της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης, όσο και η συμφωνία, αυτή καθ’ αυτή, έκανε τις παραπάνω ευθύνες όλων μας ακόμη πιο βαριές.

Απέκτησαν ακόμη μία διάσταση, μήπως τελικά παραγάγαμε περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορούμε να καταναλώσουμε; Έγιναν έτσι διαχρονικές και τεράστιες.

Ο καθένας και η καθεμιά από εμάς δοκιμάζεται και θα δοκιμάζεται στο «πώς και πόσο τις αντιλαμβάνεται». Δοκιμάζεται και θα δοκιμάζεται στο «αν μπορεί και στο κατά πόσο μπορεί να τις αναλάβει».

Κι αυτές μας οι ευθύνες δε δημιουργήθηκαν μόνο απέναντι στην ιδεολογία, την ιστορία και την προοπτική της Αριστεράς. Στη διαμόρφωση διαφορετικής συλλογικής συνείδησης, στην ανάδειξη διαφορετικών προτύπων, στην αναδιανομή δικαιωμάτων και πλούτου, στις καθημερινές ανάγκες των συμπολιτών μας, στην αποκατάσταση των αδικιών, στη στήριξη των αδύναμων, στο κοινωνικό κράτος, στην ελπίδα του ελληνικού λαού για κοινωνική συνοχή, βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας και καλύτερο μέλλον είχαμε, έχουμε και θα έχουμε σταθερά στραμμένο το τιμόνι της ιδεολογίας μας.

Δημιουργήθηκαν και υφίστανται κυρίως απέναντι στον ελληνικό λαό, όχι σε θεωρητικό επίπεδο, στο επίπεδο της εφαρμογής του πολιτικού μας σχεδίου προς όφελος του, στο επίπεδο της πραγματικότητας. Κι η βιωμένη πραγματικότητα δεν επιδέχεται προσεγγίσεων, έχει την ωμότητα της έγκαιρης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των λαϊκών προβλημάτων, έχει την ωμότητα του ρεαλισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση περιείχε και την ωμότητα του εκβιασμού.

Ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας σαφή εντολή επίτευξης συμφωνίας με τους «εταίρους», έκανε την -αναγκαστική στ’ αλήθεια- επιλογή να αποδεχθεί μια επώδυνη συμφωνία κάτω απ’ το βάρος του εκβιασμού της άτακτης χρεοκοπίας της χώρας.

Ήταν μια αναγκαστική επιλογή, καθώς, ακόμη και να παρέβαινε ο Πρωθυπουργός την εντολή διαπραγμάτευσης εντός ευρωζώνης, η μη αποδοχή της συμφωνίας (χωρίς να υπάρχει έγκαιρο και υλοποιήσιμο σχέδιο εξόδου απ’ τη ζώνη του ευρώ, χωρίς διαμορφωμένη συλλογική συνείδηση, χωρίς παραγωγικές δομές, με ελεγχόμενη χρηματορροή από την ΕΚΤ, χωρίς γεμάτα ταμεία και συναλλαγματικά ισοδύναμα που θα αντιστάθμιζαν την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος) θεωρήθηκε απ’ τον Πρωθυπουργό και τη διαπραγματευτική μας ομάδα ως καταστροφική επιλογή για τη χώρα μας και το λαό μας.

Ένα λαό, που εμπιστεύεται την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, που θεωρεί την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μοναδική και τελευταία του καταφυγή, που δεν τη θέλει αριστερή παρένθεση -επειδή εμπιστεύεται το ιδεολογικό της πρόσημο, τον μεροληπτικά φιλολαϊκό και φιλεργατικό προσανατολισμό της-. Που εμπιστεύεται και στηρίζει την αριστερή διακυβέρνηση, ακόμη και λαβωμένη ιδεολογικά, ακόμη και σε προφανή αδυναμία να υποστηρίξει την προεκλογική ρητορική της, αλλά αποφασισμένη να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους να παλέψει για το πολιτικό της πρόταγμα, τη στήριξη των «από κάτω».

Ένα λαό που θέλει την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό ισχυρούς και δίπλα του, να αγωνίζονται για τις δίκαιες λύσεις που θα τον στηρίζουν και θα τον ανακουφίζουν. Που τους θέλει στη θέση τους, γνωρίζοντας ποιοι φιλοδοξούν να τους αντικαταστήσουν και ποιοι θα είναι πάλι αυτοί που θα σηκώσουν τότε το μεγαλύτερο βάρος.

Αυτά είναι τα μηνύματα που εισέπραξα απ’ τη μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας αυτόν τον καιρό, απ’ τη στιγμή που διαφάνηκε πως η διαπραγμάτευση δεν θα είχε το αίσιο τέλος που επιθυμούσαμε και ξεκίνησαν οι έντονες εσωτερικές μου συγκρούσεις. Παρόμοια μηνύματα μου μεταφέρθηκαν κι από συναδέλφους μου -που εκλέγονται σε άλλες περιφέρειες – ότι δέχονται κι οι ίδιοι. Αυτή η γνώμη των συμπολιτών μας είναι που βάρυνε περισσότερο στη συνειδησιακή μου ζυγαριά, ώστε να κάνω τη χθεσινοβραδινή μου επιλογή και να υπερψηφίσω την πρόταση του Πρωθυπουργού για τα προαπαιτούμενα κλεισίματος μιας συμφωνίας, που, όταν οριστικοποιηθεί θα βγάλει απ’ το τραπέζι το grexit και τη χρεοκοπία και θα κάνει το σενάριο της αριστερής παρένθεσης οριστικά παρελθόν. Επειδή η Αριστερά, χωρίς βάση αναφοράς στα λαϊκά στρώματα, χωρίς να ακούει τη φωνή τους και χωρίς υλοποιήσιμο σχέδιο υποστήριξης των λαϊκών αναγκών, δε νοείται.

Η λαϊκή αποδοχή και στήριξη, τόσο στις τακτικές, στους ελιγμούς, στην αναδίπλωση, όσο και στην τελική εφαρμογή του πολιτικού μας σχεδίου είναι το πιο ασφαλές κριτήριο που μπορεί να έχουμε για την πορεία, την εμπέδωση και την ενδυνάμωση της Κυβέρνησης της Αριστεράς. Που θα αποδείξει σ’ αυτήν τη δύσκολη συγκυρία πως δεν ετεροκαθορίζεται, μαθαίνει γρήγορα απ’ τα λάθη της, σταθερά προσηλωμένη στη δημοκρατία, στο δίκαιο, στη λαϊκή εξουσία και στην εθνική κυριαρχία, αξίες για τις οποίες όλοι μαζί ενωμένοι, κόμμα, κοινοβουλευτική ομάδα και Κυβέρνηση, συνθέτοντας και σεβόμενοι όπως πάντα τις διαφορετικές απόψεις, θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε.

Όλγα Γεροβασίλη

Κοινοβουλευτική εκπρόσωπος ΣΥΡΙΖΑ – βουλευτής Άρτας

Advertisements