«Εμείς νομοθετούμε σήμερα το αυτονόητο, αυτό που έχει λύσει η ίδια η ζωή. Το έχει λύσει το ίδιο θρανίο για τα παιδιά που μαθαίνουν γράμματα στο ελληνικό δημόσιο σχολείο δίπλα – δίπλα»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΩΔΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

«Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ έχουν διαφορετικές απόψεις αναφορικά με την απόδοση ιθαγένειας. Το πρόβλημά σας είναι ότι απέναντί σας έχετε μια συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, που θέλει και θα βγάλει τη χώρα από τα αδιέξοδα που τη βάλατε εσείς» ανέφερε η Όλγα Γεροβασίλη, κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής του Νομοσχέδιου για την απόδοση ιθαγένειας.

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει διανύσει τον δρόμο που της αναλογούσε σε αυτήν τη διαδρομή. Για την ακρίβεια έχει διανύσει πολύ περισσότερο δρόμο από αυτό που πραγματικά της αναλογούσε. Τώρα είναι η ώρα να αναλάβουν οι εταίροι και οι δανειστές μας τις ευθύνες τους. Έναντι του ελληνικού λαού αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οράματος. Εμείς κάναμε το βήμα. Δεν θα κάνουμε όμως το βήμα στο κενό», σημείωσε αναφορικά με τις διεργασίες για την επίτευξη συμφωνίας. η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ.

Και συνέχισε, «Η συμφωνία αυτή, δεν είναι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Παίρνουμε, όμως, χρόνο και χώρο, στην αρχή, μιας εξίσου δύσκολης και επίμονης πορείας, σταθερά προσηλωμένοι στο στόχο. Μιας πορείας, για την οικονομική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την ευημερία του ελληνικού λαού. Διαπραγματευτήκαμε σκληρά, με αφετηρία συσσωρευμένες παθογένειες 40 ετών και 5 χρόνια μνημονιακών πολιτικών. Πολιτικές επιλογές που φέρουν υπογραφές και ονοματεπώνυμα. Και για να είναι

ειλικρινής και η συζήτησή μας, το θέμα δεν είναι, αυτήν την στιγμή, τι ήθελε να κάνει αυτή η κυβέρνηση αλλά τι μπορούσε να κάνει».

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα που προτείνει η ελληνική πλευρά υπογράμμισε, «το θέμα δεν είναι μόνο πόσο κοστολογούνται τα μέτρα αλλά και ποιους αφορούν. Εμείς δεν λέμε ότι θα πληρώσουν μόνο οι πλούσιοι. Λέμε ότι θα συμβάλλουν και αυτοί που μπορούν, αυτοί που αντέχουν να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος, αναλογικά και δίκαια, όπως άλλωστε επιβάλει το ελληνικό Σύνταγμα».

Σε ό,τι αφορά το νομοσχέδιο για την απόδοση ιθαγένειας η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε:

«Για εμάς, η απόδοση της ιθαγένειας δεν αποτελεί έπαθλο που θα λάβει κάποιος στο τέλος μιας μακράς διαδρομής κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Δεν είναι ούτε δώρο, ούτε προνόμιο κάποιων σε βάρος κάποιων άλλων.

Για εμάς, κυρίες και κύριοι συνάδερφοι, η απόδοση της ιθαγένειας είναι δικαίωμα.

Η απόδοση, λοιπόν, ιθαγένειας είναι μια αυτονόητη υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας.

Εμείς νομοθετούμε σήμερα το αυτονόητο, αυτό που έχει λύσει η ίδια η ζωή. Το έχει λύσει το ίδιο θρανίο για τα παιδιά που μαθαίνουν γράμματα στο ελληνικό δημόσιο σχολείο δίπλα – δίπλα».

Κλείνοντας, ανέφερε «θα ήθελα μόνο να πω, σε αυτούς που προσπαθούν ευκαιριακά να καταχραστούν την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό , ότι με τη στάση τους σπιλώνουν – όχι ελπίζω ανεπιστρεπτί – το ήθος, την ιστορία και τις παραδόσεις ενός ολόκληρου λαού».

Αθήνα 24-6-2015

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

πριν από λίγη ώρα έγινε μία έντονη συζήτηση όσον αφορά τη διαφορά απόψεων μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων.

Έχουμε να σας πούμε, λοιπόν – σε όσους από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία προσπάθησαν να διαρρήξουν με έναν τρόπο αυτήν τη σχέση, χρησιμοποιώντας τη μη ταύτισή μας στο θέμα της ιθαγένειας – ότι πιστεύουμε –και φαίνεται κιόλας- ότι το πρόβλημά σας δεν είναι αν εμείς συμπίπτουμε ή δεν συμπίπτουμε στα θέματα της ιθαγένειας. Προφανώς, ποσώς σας αφορά αυτό.

Σας αφορά το ότι εμείς, μέχρι και σήμερα –και θα συνεχίσουμε- αποτελούμε μια ισχυρή, συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία είναι αποφασισμένη.

Είναι αποφασισμένη, με όλες της τις διαφορές –οι οποίες δεν μας χωρίζουν-, να προχωρήσει και να βγάλει τη χώρα από τα αδιέξοδα στα οποία εσείς τη φέρατε.

Επομένως, σαφώς δεν υπάρχει θέμα δεδηλωμένης πάνω σε ένα νομοσχέδιο. Ο Κανονισμός καθορίζει τι σημαίνει αυτό.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

είμαστε σήμερα σε μια στιγμή πολύ καθοριστική για τη χώρα μας, μετά από μια δύσκολη, επίπονη για όλους μας και για τον ελληνικό λαό διαπραγματευτική διαδικασία. Βρεθήκαμε πολύ κοντά –και προχθές- στην επίτευξη μιας συμφωνίας.

Θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής.

Η πρόταση που κατατέθηκε εκ μέρους της ελληνικής Κυβερνήσεως ως βάση συμφωνίας, δεν είναι κομμάτι του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.

Προσπαθήσαμε και προσπαθούμε να πάρουμε χώρο, να πάρουμε χρόνο στην αρχή μιας εξίσου δύσκολης και επίμονης πορείας, με ένα χαρακτηριστικό, τη σταθερή προσήλωση στο στόχο. Μιας πορείας με στόχο την οικονομική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την ευημερία του ελληνικού λαού.

Η προσήλωση στο στόχο, ξέρετε, είναι εγγύηση επιτυχημένης τετραετούς πορείας. Αυτήν τη διαδρομή θα τη διανύσουμε όπως και μέχρι σήμερα, μαζί με τον ελληνικό λαό.

Διαπραγματευτήκαμε σκληρά, όπως είχαμε δεσμευτεί, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μια λύση βιώσιμη προς όφελος και της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Διαπραγματευτήκαμε σκληρά με αφετηρία συσσωρευμένες παθογένειες σαράντα ετών, πάνω στα συντρίμμια πέντε μνημονιακών χρόνων, πολιτικές επιλογές που έφεραν και ονοματεπώνυμα και υπογραφές. Πολλές από αυτές τις υπογραφές και από αυτά τα ονοματεπώνυμα είναι μέσα σε αυτήν την Αίθουσα.Κάποιοι είναι εδώ για να τορπιλίσουν την εθνική προσπάθεια.

Και για να είμαι επίσης ειλικρινής, αυτήν τη στιγμή η ελληνική Κυβέρνηση δεν έφερε ως πρόταση αυτό που ήθελε να φέρει, αλλά αυτό που μπορούσε πραγματικά να προτείνει.

Τι μπορούσε να κάνει εν μέσω οικονομικής ασφυξίας, τεχνητών και πραγματικών αδιεξόδων, εκβιασμών και παρασκηνιακών σεναρίων που εξυφαίνονταν εις βάρος της ελληνικής Κυβέρνησης και τελικά εις βάρος του ελληνικού λαού;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σήμερα η προσοχή μας είναι στραμμένη και στις δύο πλευρές.

Από τη μια βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, όπως είναι το ζήτημα της ιθαγένειας για τα παιδιά που γεννήθηκαν ή ζουν και μεγαλώνουν σε αυτήν τη χώρα και παράλληλα παρακολουθούμε με πολύ μεγάλη αγωνία όσα συμβαίνουν στις Βρυξέλλες στην προσπάθεια επίτευξης μιας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας.

Η χώρα μας, η Κυβέρνησή μας κατέθεσε την πρότασή της, μια σαφή, πλήρη πρόταση, η οποία αποσκοπεί σε μια βιώσιμη συμφωνία, σε μια βιώσιμη λύση.

Η ελληνική Κυβέρνηση έχει διανύσει τον δρόμο που της αναλογούσε σε αυτήν τη διαδρομή. Για την ακρίβεια, έχει διανύσει περισσότερο από αυτό που πραγματικά της αναλογούσε.

Είναι ώρα να αναλάβουν και οι εταίροι μας, οι δανειστές μας τις ευθύνες τους απέναντι και στον ελληνικό λαό, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη και στο ευρωπαϊκό όραμα.

Εμείς κάναμε το βήμα. Βήμα, όμως, στο κενό δεν θα κάνουμε. Δεν θα σύρουμε τον χορό στον αέναο κύκλο της ύφεσης και της λιτότητας.

Όποιος ναρκοθετεί αυτήν την πορεία, είτε αυτός βρίσκεται μέσα στη χώρα είτε έξω, είτε αφορά την οικονομική πολιτική, είτε αφορά τη μεταναστευτική πολιτική, είτε όποια πολιτική θέλετε -διότι όλες είναι συνδεδεμένες-, ας πάρει και τις ευθύνες του.

Και βεβαίως, και εδώ μέσα θα πρέπει κάποιοι να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους, για να δούμε τελικά και τίνος τα συμφέροντα προσπαθούν να εξυπηρετήσουν. Κάποιοι δίνουν την εντύπωση πως σέρνουν τον χορό μαζί με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους δανειστές. Είναι οι ίδιοι που μίλησαν για πλεονάσματα ύψους 1,5% και έγιναν διάφοροι υπολογισμοί επ’ αυτού, ενώ σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι 0,4%, δηλαδή ανύπαρκτα.

Είναι οι ίδιοι που αν ήταν σήμερα ακόμα στην Κυβέρνηση θα είχαν θυσιάσει άλλες πέντε χιλιάδες εργαζόμενους, που είχαν υποσχεθεί να απολύσουν και αυτό στο όνομα της ανεργίας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

εμείς κινούμαστε στον αντίποδα. Οι δικές μας, ας το πούμε, εξοικονομήσεις αναφέρονται σε μία λογική που έχει αναδιανεμητικό πρόσημο σε μεγάλο βαθμό, που δεν περικόπτει επιπλέον τις δημόσιες δαπάνες, που καλεί να συνεισφέρουν οι πλούσιοι, αλλά όχι μόνον οι πλούσιοι, αλλά και κάποιοι που μπορούν να αντέξουν και να συνεισφέρουν περισσότερο σε αυτήν τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να δούμε τι έκανε μέχρι την παρουσίαση αυτής της πρότασης η ελληνική Κυβέρνηση.

Πρώτον, επέστρεψε στην πολιτική. Η πολιτική μπήκε στο κέντρο της συζήτησης και των διαπραγματεύσεων, κάτι που μέχρι σήμερα δεν είχε συμβεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις και ούτε αρθρωνόταν τέτοιος λόγος.

Διεθνοποιήσαμε το πρόβλημα. Καταστήσαμε σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό.

Ανοίξαμε τη συζήτηση -και την απλώσαμε πολύ- για τη βιωσιμότητα του χρέους και καταστήσαμε σαφές ότι καμία συμφωνία δεν έχει προοπτική αν η χώρα αναγκάζεται συνεχώς να παίρνει δάνεια για να αποπληρώνει τα δάνειά της.

Η πρόταση προβλέπει χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα 1% και 2% για το 2015 και το 2016 αντίστοιχα, έναντι 3% και 4,5% που είχε ήδη συμφωνηθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Μόνο για το 2016 η οικονομία απαλλάσσεται από μέτρα ύψους 8,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Δεν επιβαρύνονται επιπλέον τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα. Επιβαρύνονται μεν, αλλά όχι περισσότερο.

Η Κυβέρνηση δεν έκανε υποχωρήσεις στα εργασιακά, σε μισθούς και συντάξεις. Επίσης, θα πρέπει να δούμε όχι μόνο πόσο κοστολογούνται τα μέτρα, αλλά και ποιους πραγματικά αφορούν. Όπως σας είπα πριν, προσπαθούμε. Η πρότασή μας έχει έναν αναδιανεμητικό χαρακτήρα μεταξύ και των πλουσίων στρωμάτων αλλά και αυτών που μπορούν να συνεισφέρουν περισσότερο.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

η Κυβέρνηση καθ’ όλη τη δύσκολη και επίπονη αυτή περίοδο δεν σταμάτησε να νομοθετεί για όσα έχει προεκλογικά υποσχεθεί. Πρόκειται για παρεμβάσεις που αφορούν τη θεσμική θωράκιση του κράτους, την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.

Ένα τέτοιο νομοσχέδιο είναι και αυτό σήμερα. Είναι ένα νομοσχέδιο που αντιμετωπίζει στοιχειωδώς ένα πρόβλημα που χρονίζει, που δίνει κοινωνική υπόσταση σε χιλιάδες παιδιά που μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν για την πολιτεία και που αποκαθιστά την ισονομία και την ισοπολιτεία στη χώρα μας.

Για μας η απόδοση ιθαγένειας δεν είναι έπαθλο που θα πάρει κάποιος στο τέλος μιας μακράς διαδρομής κοινωνικής ενσωμάτωσης. Δεν είναι ούτε δώρο ούτε προνόμιο κάποιων εις βάρος κάποιων άλλων. Είμαστε στον αντίποδα της αντίληψης που εκφράστηκε και από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, τον κ. Αθανασίου, που είχε πει «η ιθαγένεια δεν είναι δικαίωμα κανενός, είναι στην ευχέρεια του κράτους να τη χορηγεί σε ανθρώπους που πληρούν απαραίτητες προϋποθέσεις». Εμείς είμαστε στον αντίποδα.

Για μας η απόδοση της ιθαγένειας είναι μία αυτονόητη υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας και νομοθετούμε για το αυτονόητο. Ξέρετε ότι υπάρχουν μερικά προβλήματα που τα λύνει η ζωή και θα έπρεπε εμείς να τα έχουμε λύσει πριν τα λύσει η ζωή. Αυτό το πρόβλημα έχει λυθεί στα θρανία, εκεί που κάθονται οι μαθητές και μαθαίνουν μαζί τα γράμματα στο ελληνικό σχολείο.

Θέλω να θυμίσω, όμως, ότι και αυτά τα αυτονόητα δεν ήταν τόσο αυτονόητα στο πρόσφατο παρελθόν. Το λέω, για να θυμηθούμε λίγο πώς φθάσαμε εδώ, να θυμηθούμε σε ποια αδιέξοδα, πολιτικά και κοινωνικά, μπορεί να οδηγήσει μία μισαλλόδοξη και ξενοφοβική ρητορεία και κυρίως όταν αυτό μετουσιώνεται σε εφαρμοσμένη πολιτική. Να θυμηθούμε τι σημαίνει η οντότητα ενός παιδιού, ενός νέου ανθρώπου να εξαρτάται από έναν αλόγιστο και κοντόφθαλμο πολλές φορές πατριωτισμό, να εξαρτάται από φυλετικές θεωρήσεις, να καθορίζεται από την περιφρόνηση για κάθε άλλο λαό και έξαλλη υπερηφάνεια για κάθε τι ελληνικό-«εθνικό».

Θα τα θυμηθούμε αυτά λίγο σήμερα και ας μην αρέσει σε πολλούς συναδέλφους. Θα ανατρέξουμε στον ν.3838/2010 που προσπάθησε να βάλει ένα τέλος στην ομηρία χιλιάδων παιδιών, που κινήθηκε σε προοδευτική κατεύθυνση και γι’ αυτό τότε ο ΣΥΡΙΖΑ τον στήριξε.

Ποια ήταν, όμως, τα αποτελέσματα από την εφαρμογή αυτού του νόμου μέχρι τη στιγμή της αναστολής του; Αιτήθηκαν ιθαγένειας σαράντα χιλιάδες άτομα και την απέκτησαν περίπου δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια άτομα. Αυτό είναι το φοβερό νούμερο που επικαλούνταν τότε οι ξενόφοβοι και που, κατά την άποψή τους, θα αλλοίωνε τη σύνθεση των σχολείων, του Στρατού και γενικά της ελληνικής κοινωνίας!

Αυτός, λοιπόν, ο νόμος «πάγωσε» με προσωπική εντολή του Πρωθυπουργού, πριν καν δημοσιευτεί η ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δυο μήνες πριν τη δημοσίευση της απόφασης κι ενώ τα χαρτιά εκατοντάδων παιδιών ήταν έτοιμα, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, ο κ. Αθανασίου, «πάγωσε» τη διαδικασία, αφήνοντας μετέωρα τα παιδιά και τις οικογένειές τους.

Αυτό, κύριε Γεωργαντά, ήταν αυταρχισμός. Αυτό ήταν το αυταρχικό και όχι το νομοσχέδιο αυτό, όπως εσείς το χαρακτηρίσατε.

Επίσης, ο τότε Πρωθυπουργός –το θύμισαν και άλλοι- υποδέχτηκε τότε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο που είχε μόλις επιλεγεί για την δεκαπεντάδα του NBA και πληρούσε τις προϋποθέσεις με τον νόμο αυτό να πάρει την ελληνική ιθαγένεια, αλλά κι αυτό είχε λήξει έτσι άδοξα όταν μπήκε σε αναστολή ο νόμος.

Κι επίσης, τότε θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σημείωσε ότι «πανηγυρίζουν κι αυτοί, που αν ο Γιάννης δεν ήταν ταλαντούχος μπασκετμπολίστας, δεν θα θεωρούσαν ποτέ ότι αξίζει να είναι Έλληνας».

Και αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν ήταν τυχαίες κινήσεις. Την περίοδο εκείνη συντελείτο μια μετατόπιση της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας ακόμη πιο δεξιά, με στόχο τότε την άντληση ψήφων από το ακροδεξιό πατριωτικό ακροατήριο που είχε τη δική του, ας πούμε, εκλογική πελατεία. Και δεν ήταν μια μεμονωμένη κίνηση. Αναφέρθηκαν κι άλλες κινήσεις -δεν θα τις επαναλάβω- όπως και στην τροπολογία που ήρθε για τα Σώματα Ασφαλείας, ότι πρέπει να είναι καθαροί το γένος κ.λπ.

Και βέβαια, εκείνη τη στιγμή όλο αυτό στηρίχθηκε και από μεγάλο κομμάτι των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ρίχνοντας αρκετό νερό στον «μύλο» του κοινωνικού αυτοματισμού.

Σήμερα δεν έχουμε την ίδια συζήτηση. Έχουμε μια μετατόπιση που είναι ευχάριστη, γιατί μετατοπίζει το ζήτημα στο «με ποιους όρους» και όχι ακριβώς στο «αν πρέπει». Αυτή είναι μια σημαντική εξέλιξη.

Αυτό, λοιπόν, το νομοσχέδιο για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας, την ενσωμάτωση των δυο Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις μεταβολές στις διατάξεις του Μεταναστευτικού Κώδικα, συμβάλλει αρκετά στην προστασία των παιδιών ώστε να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στη χώρα που αισθάνονται ως πατρίδα τους, να σταματήσει η στυγνή εργασιακή εκμετάλλευση, να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή και ο αλληλοσεβασμός.

Για εκείνους που επιμένουν σε μια ξενοφοβική ρητορεία δεν νομίζω ότι έχουμε να πούμε πολλά.

Θέλω μόνο ακόμη κάτι να πω. Αυτοί που προσπαθούν ευκαιριακά να καταχραστούν την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό, σπιλώνουν με τη στάση τους –ελπίζω όχι ανεπιστρεπτί- το ήθος, την ιστορία και τις παραδόσεις ολόκληρου του ελληνικού λαού.

Καλώ όσους έχουν αποφασίσει ή έχουν επιφυλαχθεί γι’ αυτό το νομοσχέδιο να το στηρίξουν.

Σας ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ και για την ανοχή ως προς τον χρόνο.

Advertisements